Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aussehen
01
φαίνομαι, μοιάζω
Einen bestimmten Eindruck durch das Äußere machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
sehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
sehe aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
sieht aus
ενεστώτα μετοχή
aussehend
απλός αόριστος
sah aus
παθητική μετοχή
ausgesehen
Παραδείγματα
Sie sieht aus wie ihre Mutter.
Αυτή μοιάζει με τη μητέρα της.



























