ausschlaggebend
Pronunciation
/ˈaʊ̯sʃlaːkˌɡeːbn̩t/

Ορισμός και σημασία του "ausschlaggebend"στα γερμανικά

ausschlaggebend
01

καθοριστικός, αποφασιστικός

Von entscheidender Bedeutung
ausschlaggebend definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der letzte Torwartfehler war ausschlaggebend für die Niederlage.
Το τελευταίο λάθος του τερματοφύλακα ήταν καθοριστικό για την ήττα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store