Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausschlaggebend
01
καθοριστικός, αποφασιστικός
Von entscheidender Bedeutung
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Seine Aussage war ausschlaggebend für das Urteil.
Η δήλωσή του ήταν καθοριστική για την ετυμηγορία.



























