Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausschlafen
01
ξυπνάω αργά, κοιμάμαι μέχρι να νιώσω ξεκούραστος
So lange schlafen, bis man sich ausgeruht fühlt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
schlafen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schlafe aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
schläft aus
ενεστώτα μετοχή
ausschlafend
απλός αόριστος
schlief aus
παθητική μετοχή
ausgeschlafen
Παραδείγματα
Wenn du heute ausschläfst, wirst du morgen fit sein.
Αν κοιμηθείς αρκετά σήμερα, θα είσαι σε φόρμα αύριο.



























