ausschlafen
aus
aʊs
aws
schlafen
ʃla:fɱ
shlafm
ausschlagen

Ορισμός και σημασία του "ausschlafen"στα γερμανικά

ausschlafen
01

ξυπνάω αργά, κοιμάμαι μέχρι να νιώσω ξεκούραστος

So lange schlafen, bis man sich ausgeruht fühlt 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
schlafen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schlafe aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
schläft aus
ενεστώτα μετοχή
ausschlafend
απλός αόριστος
schlief aus
παθητική μετοχή
ausgeschlafen
Παραδείγματα
Am Sonntag kann ich endlich ausschlafen. 

Την Κυριακή, μπορώ επιτέλους να κοιμηθώ μέχρι να ξυπνήσω νιώθοντας ξεκούραστος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store