Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aussagen
01
καταθέτω, μαρτυρώ
Etwas offiziell oder klar ausdrücken, besonders vor Gericht oder in einer formellen Situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
sagen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
sage aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
sagt aus
ενεστώτα μετοχή
aussagend
απλός αόριστος
sagte aus
παθητική μετοχή
ausgesagt
Παραδείγματα
Er sagte aus, den Täter nicht gesehen zu haben.
Δήλωσε ότι δεν είδε τον δράστη.



























