Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Auslegung
01
σχεδιασμός, διαμόρφωση
Die technische oder planerische Gestaltung eines Systems, einer Maschine oder eines Bauwerks
Παραδείγματα
Die Auslegung der Maschine wurde vom Ingenieurteam gemacht.
Ο σχεδιασμός του μηχανήματος έγινε από την ομάδα μηχανικών.
02
ερμηνεία, εξήγηση
Die Erklärung oder Deutung eines Textes, Gesetzes oder einer Aussage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Auslegung
πληθυντικός τύπος
Auslegungen
Παραδείγματα
Verschiedene Glaubensgemeinschaften glauben oft an völlig unterschiedliche Auslegungen eines bestimmten Textes.
Διαφορετικές θρησκευτικές κοινότητες πιστεύουν συχνά σε εντελώς διαφορετικές ερμηνείες ενός συγκεκριμένου κειμένου.



























