das Ausland
Pronunciation
/ˈaʊ̯sˌland/

Ορισμός και σημασία του "ausland"στα γερμανικά

Das Ausland
[gender: neuter]
01

ξένη χώρα, εξωτερικό

Ein anderes Land außerhalb des eigenen Heimatlandes
das Ausland definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Ausland(e)s
Παραδείγματα
Wir machen Urlaub im Ausland.
Κάνουμε διακοπές στο εξωτερικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store