Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Ausland
[gender: neuter]
01
ξένη χώρα, εξωτερικό
Ein anderes Land außerhalb des eigenen Heimatlandes
Παραδείγματα
Wir machen Urlaub im Ausland.
Κάνουμε διακοπές στο εξωτερικό.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ξένη χώρα, εξωτερικό