Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausklingen
[phrase form: klingen]
01
σβήνω σταδιακά, ξεθωριάζω
Leiser werden und schließlich verstummen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
klingen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
klinge aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
klingt aus
ενεστώτα μετοχή
ausklingend
απλός αόριστος
klang aus
παθητική μετοχή
ausgeklungen
Παραδείγματα
Das Lied klang sanft aus, während die Kerzen erloschen.
Το τραγούδι ξεθώριασε απαλά καθώς τα κεριά σβήναν.
02
σταδιακά τελειώνει, απαλά τελειώνει
Sich allmählich dem Ende nähern
Παραδείγματα
Das Sommerfest klang bei Sonnenuntergang aus.
Το καλοκαιρινό φεστιβάλ έληξε στο ηλιοβασίλεμα.
Λεξικό Δέντρο
ausklingen
aus
klingen



























