Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausklingen
01
σβήνω σταδιακά, ξεθωριάζω
Leiser werden und schließlich verstummen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
klingen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
klinge aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
klingt aus
ενεστώτα μετοχή
ausklingend
απλός αόριστος
klang aus
παθητική μετοχή
ausgeklungen
Παραδείγματα
Die Glockentöne klangen langsam aus.
Οι ήχοι της καμπάνας ξεθώριασαν αργά.
02
σταδιακά τελειώνει, απαλά τελειώνει
Sich allmählich dem Ende nähern
Παραδείγματα
Die Konferenz klang mit einer Zusammenfassung aus.
Η διάσκεψη τελείωσε με μια σύνοψη.
Λεξικό Δέντρο
ausklingen
aus
klingen



























