Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
auskennen
01
γνωρίζω καλά, είμαι ειδικός
Sich in einem Bereich gut auskennen
Παραδείγματα
Sie kennt sich in Steuerrecht aus.
Είναι γνώστρια του φορολογικού δικαίου.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
γνωρίζω καλά, είμαι ειδικός