Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
auskennen
01
γνωρίζω καλά, είμαι ειδικός
Sich in einem Bereich gut auskennen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
kennen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kenne mich aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
kennt sich aus
ενεστώτα μετοχή
sich auskennend
απλός αόριστος
kannte aus
παθητική μετοχή
ausgekannt
Παραδείγματα
Sie kennt sich in Steuerrecht aus.
Είναι γνώστρια του φορολογικού δικαίου.



























