das ausland
aus
aʊs
aws
land
lant
lant

Ορισμός και σημασία του "ausland"στα γερμανικά

01

ξένη χώρα, εξωτερικό

Ein anderes Land außerhalb des eigenen Heimatlandes 
das Ausland definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Ausland(e)s
Παραδείγματα
Ich reise gern ins Ausland. 

Μου αρέσει να ταξιδεύω στο εξωτερικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store