Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
äußern
[past form: äußerte]
01
εκφράζω, διατυπώνω
Seine Meinung, Gedanken oder Gefühle sagen
Παραδείγματα
Kinder sollten ihre Gefühle frei äußern können.
Τα παιδιά πρέπει να μπορούν να εκφράζουν ελεύθερα τα συναισθήματά τους.


























