Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
äußern
01
εκφράζω, διατυπώνω
Seine Meinung, Gedanken oder Gefühle sagen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
äußere
γ΄ ενικό πρόσωπο
äußert
ενεστώτα μετοχή
äußernd
απλός αόριστος
äußerte
παθητική μετοχή
geäußert
Παραδείγματα
Er äußert seine Meinung deutlich.
Αυτός εκφράζει τη γνώμη του ξεκάθαρα.



























