Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
äußern
[past form: äußerte]
01
εκφράζω, διατυπώνω
Seine Meinung, Gedanken oder Gefühle sagen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
äußere
γ΄ ενικό πρόσωπο
äußert
ενεστώτα μετοχή
äußernd
απλός αόριστος
äußerte
παθητική μετοχή
geäußert
Παραδείγματα
Kinder sollten ihre Gefühle frei äußern können.
Τα παιδιά πρέπει να μπορούν να εκφράζουν ελεύθερα τα συναισθήματά τους.



























