äußern
äußern
ɔʏsɐn
awusn

Ορισμός και σημασία του "äußern"στα γερμανικά

äußern
01

εκφράζω, διατυπώνω

Seine Meinung, Gedanken oder Gefühle sagen 
äußern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
äußere
γ΄ ενικό πρόσωπο
äußert
ενεστώτα μετοχή
äußernd
απλός αόριστος
äußerte
παθητική μετοχή
geäußert
Παραδείγματα
Er äußert seine Meinung deutlich. 

Αυτός εκφράζει τη γνώμη του ξεκάθαρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store