ärgern
ärgern
ɛʁgɐn
ergn

Ορισμός και σημασία του "ärgern"στα γερμανικά

ärgern
01

ενοχλώ, εξοργίζω

Jemanden wütend oder verärgert machen 
ärgern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ärgere
γ΄ ενικό πρόσωπο
ärgert
ενεστώτα μετοχή
ärgernd
απλός αόριστος
ärgerte
παθητική μετοχή
geärgert
Παραδείγματα
Du ärgerst mich mit deinen Fragen. 

Με ενοχλείς με τις ερωτήσεις σου.

02

ενοχλούμαι, θυμώνω

Wütend oder verärgert über etwas werden 
sich ärgern definition and meaning
Παραδείγματα
Ich ärgere mich über den Lärm. 

Ενοχλούμαι από τον θόρυβο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store