die änderung
än
ˈɛn
en
de
rung
ʁʊng
roong

Ορισμός και σημασία του "änderung"στα γερμανικά

01

αλλαγή, τροποποίηση

Eine bewusste oder unbewusste Abweichung vom vorherigen Zustand 
die Änderung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Änderungen
γενική πτώση
änderung
Παραδείγματα
Die Änderung des Termins wurde per E-Mail mitgeteilt. 

Η αλλαγή του ραντεβού ανακοινώθηκε μέσω email.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store