Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Ärger
01
θυμός, ενόχληση
Ein Gefühl von Wut oder Unzufriedenheit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Ärgers
Παραδείγματα
Er hat viel Ärger wegen der Arbeit.
Έχει πολύ θυμό λόγω της δουλειάς.
02
πρόβλημα, μπούμερανγκ
Ein Problem oder eine unangenehme Situation
Παραδείγματα
Er hat Ärger mit dem Chef.
Έχει πρόβλημα με το αφεντικό.



























