Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Ärger
[gender: masculine]
01
θυμός, ενόχληση
Ein Gefühl von Wut oder Unzufriedenheit
Παραδείγματα
Ärger kann Stress verursachen.
Ο θυμός μπορεί να προκαλέσει στρες.
02
πρόβλημα, μπούμερανγκ
Ein Problem oder eine unangenehme Situation
Παραδείγματα
Der Ärger begann gestern.
Το πρόβλημα ξεκίνησε χθες.


























