Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ängstlich
01
φοβιτσιάρης, ανήσυχος
Schnell besorgt oder in Furcht geraten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am ängstlichsten
συγκριτικός βαθμός
ängstlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Kind schaut ängstlich aus dem Fenster.
Το παιδί κοιτάζει ανήσυχα από το παράθυρο.



























