ängstlich
ängs
ˈɛngs
engs
tlich
tlɪç
tlich

Ορισμός και σημασία του "ängstlich"στα γερμανικά

ängstlich
01

φοβιτσιάρης, ανήσυχος

Schnell besorgt oder in Furcht geraten 
ängstlich definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am ängstlichsten
συγκριτικός βαθμός
ängstlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Kind schaut ängstlich aus dem Fenster. 

Το παιδί κοιτάζει ανήσυχα από το παράθυρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store