Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Ära
[gender: feminine]
01
εποχή, περίοδος
Eine längere historische Zeit oder Epoche
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Ära
πληθυντικός τύπος
Ären
Παραδείγματα
Die Ära des Mittelalters war geprägt von Burgen.
Η εποχή του Μεσαίωνα χαρακτηρίστηκε από κάστρα.



























