die ära
ära
ɛ:ʁa
era

Ορισμός και σημασία του "ära"στα γερμανικά

01

εποχή, περίοδος

Eine längere historische Zeit oder Epoche 
die Ära definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Ären
γενική πτώση
Ära
Παραδείγματα
Die Ära der Dinosaurier ist lange vorbei. 

Εποχή των δεινοσαύρων έχει τελειώσει εδώ και πολύ καιρό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store