ärgern
Pronunciation
/ˈʔɛɐ̯ɡɐn/

Ορισμός και σημασία του "ärgern"στα γερμανικά

ärgern
01

ενοχλώ, εξοργίζω

Jemanden wütend oder verärgert machen
ärgern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ärgere
γ΄ ενικό πρόσωπο
ärgert
ενεστώτα μετοχή
ärgernd
απλός αόριστος
ärgerte
παθητική μετοχή
geärgert
Παραδείγματα
Die laute Musik ärgert die Nachbarn.
Η δυνατή μουσική ενοχλεί τους γείτονες.
02

ενοχλούμαι, θυμώνω

Wütend oder verärgert über etwas werden
sich ärgern definition and meaning
Παραδείγματα
Man sollte sich nicht über Kleinigkeiten ärgern.
Δεν πρέπει να θυμώνει κανείς για μικροπράγματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store