Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ärgern
01
ενοχλώ, εξοργίζω
Jemanden wütend oder verärgert machen
Παραδείγματα
Die laute Musik ärgert die Nachbarn.
Η δυνατή μουσική ενοχλεί τους γείτονες.
02
ενοχλούμαι, θυμώνω
Wütend oder verärgert über etwas werden
Παραδείγματα
Man sollte sich nicht über Kleinigkeiten ärgern.
Δεν πρέπει να θυμώνει κανείς για μικροπράγματα.


























