Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Öde
[gender: feminine]
01
έρημος, ακαλλιέργητη γη
Ein leerer, trockener und oft wüster Ort
Παραδείγματα
Die Öde sieht trocken und verlassen aus.
Η έρημος φαίνεται ξηρή και έρημη.
öde
01
έρημος, εγκαταλελειμμένος
verlassen, leer und ohne Leben oder Aktivität


























