Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
öffnen
01
ανοίγω
Etwas aufmachen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
öffne
γ΄ ενικό πρόσωπο
öffnet
ενεστώτα μετοχή
öffnend
απλός αόριστος
öffnete
παθητική μετοχή
geöffnet
Παραδείγματα
Ich öffne die Tür.
Εγώ ανοίγω την πόρτα.
02
ανοίγω, ξεκλειδώνω
Aufgehen oder zugänglich werden
Παραδείγματα
Die Tür öffnet sich langsam.
Η πόρτα ανοίγει αργά.
03
ανοίγομαι
Sich jemandem anvertrauen
Παραδείγματα
Sie öffnet sich ihrer Freundin.
Αυτή ανοίγεται στη φίλη της.



























