Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
öffnen
01
ανοίγω
Etwas aufmachen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
öffne
γ΄ ενικό πρόσωπο
öffnet
ενεστώτα μετοχή
öffnend
απλός αόριστος
öffnete
παθητική μετοχή
geöffnet
Παραδείγματα
Wir öffnen die Flasche.
Εμείς ανοίγουμε το μπουκάλι.
02
ανοίγω, ξεκλειδώνω
Aufgehen oder zugänglich werden
Παραδείγματα
Der Laden öffnet um 9 Uhr.
Το κατάστημα ανοίγει στις 9 η ώρα.
03
ανοίγομαι
Sich jemandem anvertrauen
Παραδείγματα
Kinder öffnen sich leicht.
Τα παιδιά ανοίγονται εύκολα.



























