öffnen
Pronunciation
/ˈœfnən/

Ορισμός και σημασία του "öffnen"στα γερμανικά

öffnen
01

ανοίγω

Etwas aufmachen
öffnen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
öffne
γ΄ ενικό πρόσωπο
öffnet
ενεστώτα μετοχή
öffnend
απλός αόριστος
öffnete
παθητική μετοχή
geöffnet
Παραδείγματα
Wir öffnen die Flasche.
Εμείς ανοίγουμε το μπουκάλι.
02

ανοίγω, ξεκλειδώνω

Aufgehen oder zugänglich werden
sich öffnen definition and meaning
Παραδείγματα
Der Laden öffnet um 9 Uhr.
Το κατάστημα ανοίγει στις 9 η ώρα.
03

ανοίγομαι

Sich jemandem anvertrauen
sich öffnen definition and meaning
Παραδείγματα
Kinder öffnen sich leicht.
Τα παιδιά ανοίγονται εύκολα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store