Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
öffentlich
01
δημόσιος, προσβάσιμος σε όλους
Für alle zugänglich oder sichtbar
Παραδείγματα
Er spricht oft in öffentlichen Veranstaltungen.
Μιλάει συχνά σε δημόσιες εκδηλώσεις.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
δημόσιος, προσβάσιμος σε όλους