die öde
öde
ø:də
eudē

Ορισμός και σημασία του "öde"στα γερμανικά

01

έρημος, ακαλλιέργητη γη

Ein leerer, trockener und oft wüster Ort 
die Öde definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Öde
Παραδείγματα
Die Öde erstreckt sich über viele Kilometer. 

Η έρημη γη εκτείνεται για πολλά χιλιόμετρα.

01

έρημος, εγκαταλελειμμένος

verlassen, leer und ohne Leben oder Aktivität 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am ödesten
συγκριτικός βαθμός
öder
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Landschaft, Atmosphäre, Orte
Παραδείγματα
Das Dorf war völlig öde. 

Το χωριό ήταν εντελώς ερημικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store