die Öde

Ορισμός και σημασία του "öde"στα γερμανικά

Die Öde
[gender: feminine]
01

έρημος, ακαλλιέργητη γη

Ein leerer, trockener und oft wüster Ort
die Öde definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Öde
Παραδείγματα
Die Öde sieht trocken und verlassen aus.
Η έρημος φαίνεται ξηρή και έρημη.
01

έρημος, εγκαταλελειμμένος

verlassen, leer und ohne Leben oder Aktivität
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am ödesten
συγκριτικός βαθμός
öder
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Straße war öde und still.
Ο δρόμος ήταν έρημος και ήσυχος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store