Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Ausweitung
01
das Erweitern oder Größerwerden von etwas , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Ausweitung
πληθυντικός τύπος
Ausweitungen
Παραδείγματα
Die Ausweitung des Streckennetzes soll den Nahverkehr verbessern.



























