Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
auswerten
01
αξιολογώ, αναλύω
Daten oder Informationen genau prüfen und verstehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
werten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
werte aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
wertet aus
ενεστώτα μετοχή
auswertend
απλός αόριστος
wertete aus
παθητική μετοχή
ausgewertet
Παραδείγματα
Die Firma wertet Kundenfeedback aus.
Η εταιρεία αξιολογεί τα σχόλια των πελατών.



























