das Abitur
a
ˈa:
a
bi
bi
bi
tur
tʊʁ
toor
Abi

Ορισμός και σημασία του "abitur"στα γερμανικά

01

τελική εξέταση, απολυτήριο λυκείου

Letzte Prüfung am Gymnasium 
das Abitur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Abiture
γενική πτώση
Abiturs
Παραδείγματα
Mein Bruder macht dieses Jahr das Abitur. 

Ο αδελφός μου δίνει το Abitur φέτος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store