Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abmachen
01
αφαιρώ, ξεκολλώ
Etwas, das befestigt oder angebracht war, entfernen
Παραδείγματα
Kannst du den Aufkleber vom Buch abmachen?
Μπορείς να αφαιρέσεις την αυτοκόλλητη ετικέτα από το βιβλίο;
02
συμφωνώ, κανονίζω
Eine Vereinbarung treffen oder etwas festlegen
Παραδείγματα
Lass uns abmachen, uns um 18 Uhr zu treffen.
Ας συμφωνήσουμε να συναντηθούμε στις 18:00.


























