Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abmachen
01
αφαιρώ, ξεκολλώ
Etwas, das befestigt oder angebracht war, entfernen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
machen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
mache ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
macht ab
ενεστώτα μετοχή
abmachend
απλός αόριστος
machte ab
παθητική μετοχή
abgemacht
Παραδείγματα
Kannst du den Aufkleber vom Buch abmachen?
Μπορείς να αφαιρέσεις την αυτοκόλλητη ετικέτα από το βιβλίο;
02
συμφωνώ, κανονίζω
Eine Vereinbarung treffen oder etwas festlegen
Παραδείγματα
Lass uns abmachen, uns um 18 Uhr zu treffen.
Ας συμφωνήσουμε να συναντηθούμε στις 18:00.



























