Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
absagen
01
ακυρώνω, αναιρώ
Etwas, das geplant war, zurückziehen oder nicht durchführen
Παραδείγματα
Die Veranstaltung wurde wegen Krankheit abgesagt.
Η εκδήλωση ακυρώθηκε λόγω ασθένειας.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ακυρώνω, αναιρώ