Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
absagen
01
ακυρώνω, αναιρώ
Etwas, das geplant war, zurückziehen oder nicht durchführen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
sagen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
sage ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
sagt ab
ενεστώτα μετοχή
absagend
απλός αόριστος
sagte ab
παθητική μετοχή
abgesagt
Παραδείγματα
Die Veranstaltung wurde wegen Krankheit abgesagt.
Η εκδήλωση ακυρώθηκε λόγω ασθένειας.



























