absagen
ab
ˈap
ap
sagen
za:gn
zagn

Ορισμός και σημασία του "absagen"στα γερμανικά

absagen
01

ακυρώνω, αναιρώ

Etwas, das geplant war, zurückziehen oder nicht durchführen
absagen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
sagen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
sage ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
sagt ab
ενεστώτα μετοχή
absagend
απλός αόριστος
sagte ab
παθητική μετοχή
abgesagt
Παραδείγματα
Die Veranstaltung wurde wegen Krankheit abgesagt.
Η εκδήλωση ακυρώθηκε λόγω ασθένειας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store