Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
repasser
01
επιστρέφω, ξαναέρχομαι
retourner à un endroit où l'on est déjà allé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
repasse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
repassons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
repasserai
ενεστώτα μετοχή
repassant
παθητική μετοχή
repassé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
repassions
Παραδείγματα
Je repasserai demain pour te donner le livre.
Θα επιστρέψω αύριο για να σου δώσω το βιβλίο.
02
σιδερώνω, στιλώνω
lisser des vêtements avec un fer chaud pour enlever les plis
Παραδείγματα
Je repasse mes chemises chaque dimanche.
Σιδερώνω τα πουκάμισα μου κάθε Κυριακή.
03
επαναλαμβάνω, επανεκπέμπω
montrer ou diffuser à nouveau
Παραδείγματα
La télé va repasser ce documentaire ce soir.
Η τηλεόραση θα επανεκπέμψει αυτό το ντοκιμαντέρ απόψε.
04
ακονίζω, αφοξύνω
aiguiser ou affûter une lame
Παραδείγματα
Je repasse mes couteaux chaque semaine.
Ακονίζω τα μαχαίρια μου κάθε εβδομάδα.
05
επαναλαμβάνω, ελέγχω ξανά
examiner ou vérifier à nouveau
Παραδείγματα
Je repasse mes notes avant l'examen.
Επαναλαμβάνω τις σημειώσεις μου πριν από τις εξετάσεις.
06
ξαναδίνω, επανλαμβάνω
faire quelque chose à nouveau
Παραδείγματα
Je dois repasser mon examen de conduite.
Πρέπει να ξαναδώσω την εξέταση οδήγησής μου.
07
περάσω ξανά
donner quelque chose à quelqu'un (à nouveau)
Παραδείγματα
Peux - tu me repasser le sel s'il te plaît ?
Μπορείς να μου δώσεις το αλάτι ξανά, παρακαλώ;



























