le repaire
re
ʁə
paire
pɛʁ
per
refaire

Ορισμός και σημασία του "repaire"στα γαλλικά

01

φωλιά, καταφύγιο

abri naturel ou creusé où un animal féroce se réfugie 
le repaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
repaires
Παραδείγματα
Le loup est retourné dans son repaire au fond de la forêt. 

Ο λύκος επέστρεψε στη φωλιά του στα βάθη του δάσους.

02

κρησφύγετο, καταφύγιο

endroit où se réunissent ou se cachent des criminels, bandits, ou ennemis 
Παραδείγματα
La police a trouvé le repaire des voleurs. 

Η αστυνομία βρήκε το repaire των κλεφτών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store