Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le repaire
01
φωλιά, καταφύγιο
abri naturel ou creusé où un animal féroce se réfugie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
repaires
Παραδείγματα
Le loup est retourné dans son repaire au fond de la forêt.
Ο λύκος επέστρεψε στη φωλιά του στα βάθη του δάσους.
02
κρησφύγετο, καταφύγιο
endroit où se réunissent ou se cachent des criminels, bandits, ou ennemis
Παραδείγματα
La police a trouvé le repaire des voleurs.
Η αστυνομία βρήκε το repaire των κλεφτών.



























