Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fier
01
περήφανος, αλαζονικός
qui ressent de la satisfaction et de la fierté à cause de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus fier
συγκριτικός βαθμός
plus fier
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fier
αρσενικό πληθυντικό
fiers
θηλυκό ενικό
fière
θηλυκό πληθυντικό
fières
Παραδείγματα
Il est fier de ses réussites.
Είναι περήφανος για τις επιτυχίες του.
02
αλαζονικός, υπεροπτικός
qui se considère supérieur aux autres et le montre d'une manière désagréable
Παραδείγματα
Il parle d'un ton fier et méprisant.
Μιλά με αλαζονικό και περιφρονητικό τόνο.
03
τολμηρός, θαρραλέος
utilisé pour renforcer un nom, en exprimant qu'il est remarquable, intense ou impressionnant (souvent avec une nuance ironique ou admirative)
ανεπίσημο
Παραδείγματα
C'est un fier menteur.
Είναι ένας πραγματικός ψεύτης.
fier
01
εμπιστεύομαι, βασίζομαι
avoir confiance en quelqu'un ou en quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
fie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fierai
ενεστώτα μετοχή
fiant
παθητική μετοχή
fié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fiions
Παραδείγματα
Je me fie à toi pour finir le travail.
Εμπιστεύομαι εσένα να τελειώσεις τη δουλειά.



























