Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dégrader
01
ταπεινώνω, εξευτελίζω
rabaisser ou faire honte à quelqu'un publiquement
02
détruire ou endommager gravement une structure
03
υποβαθμίζομαι, επιδεινώνομαι
devenir progressivement pire en qualité ou état
04
βαθμώνω, κόβω σε στρώματα
couper les cheveux en couches pour créer un effet de dégradé ou de volume
05
υποβιβάζω, καταβάλλω
rétrograder quelqu'un à un rang inférieur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dégrade
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dégradons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dégraderai
ενεστώτα μετοχή
dégradant
παθητική μετοχή
dégradé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dégradions



























