Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dégrader
01
ταπεινώνω, εξευτελίζω
rabaisser ou faire honte à quelqu'un publiquement
Παραδείγματα
Ce discours l'a publiquement dégradé devant ses pairs.
Αυτή η ομιλία τον ταπείνωσε δημοσίως μπροστά στους ομοίους του.
02
détruire ou endommager gravement une structure
Παραδείγματα
L'ouragan a dégradé des centaines de maisons.
03
υποβαθμίζομαι, επιδεινώνομαι
devenir progressivement pire en qualité ou état
Παραδείγματα
La situation économique se dégrade rapidement.
Η οικονομική κατάσταση επιδεινώνεται γρήγορα.
04
βαθμώνω, κόβω σε στρώματα
couper les cheveux en couches pour créer un effet de dégradé ou de volume
Παραδείγματα
Le coiffeur a dégradé les pointes de ses cheveux pour un effet plus léger.
Ο κομμωτής βαθμίδασε τις άκρες των μαλλιών της για ένα πιο ελαφρύ εφέ.
05
υποβιβάζω, καταβάλλω
rétrograder quelqu'un à un rang inférieur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dégrade
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dégradons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dégraderai
ενεστώτα μετοχή
dégradant
παθητική μετοχή
dégradé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dégradions
Παραδείγματα
Le général a dégradé le capitaine pour insubordination.
Ο στρατηγός υποβίβασε τον λοχαγό για ανυποταξία.



























