Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dégonfler
01
diminuer l'intensité, la force ou le volume de quelque chose
Παραδείγματα
Il faut dégonfler la pression dans le système.
02
δειλιάζω, χάνω το θάρρος
perdre son courage ou sa détermination au moment d'agir
Παραδείγματα
On pensait qu' il participerait au débat, mais il s' est dégonflé.
Νομίζαμε ότι θα συμμετείχε στη συζήτηση, αλλά δειλιάσε.
03
αφαιρώ αέρα, ξεφουσκώνω
faire sortir l'air ou le gaz contenu dans un objet gonflé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dégonfle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dégonflons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dégonflerai
ενεστώτα μετοχή
dégonflant
παθητική μετοχή
dégonflé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dégonflions
Παραδείγματα
Tu dois dégonfler le coussin pour le transporter.
Πρέπει να ξεφουσκώσεις το μαξιλάρι για να το μεταφέρεις.



























