Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dégonfler
01
diminuer l'intensité , la force ou le volume de quelque chose
Παραδείγματα
Le médecin a donné un traitement pour dégonfler l'enflure.
02
δειλιάζω, χάνω το θάρρος
perdre son courage ou sa détermination au moment d'agir
Παραδείγματα
Il voulait lui parler, mais il s'est dégonflé au dernier moment.
Ήθελε να της μιλήσει, αλλά έχασε το θάρρος του την τελευταία στιγμή.
03
αφαιρώ αέρα, ξεφουσκώνω
faire sortir l'air ou le gaz contenu dans un objet gonflé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dégonfle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dégonflons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dégonflerai
ενεστώτα μετοχή
dégonflant
παθητική μετοχή
dégonflé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dégonflions
Παραδείγματα
Il a dégonflé le ballon avant de le ranger.
Ξεφούσκωσε το μπαλόνι πριν το βάλει μακριά.



























