déguiser
Pronunciation
/degize/

Ορισμός και σημασία του "déguiser"στα γαλλικά

déguiser
01

μεταμφιέζομαι, καμουφλάρωμαι

modifier son apparence en portant des vêtements ou accessoires inhabituels
déguiser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
déguise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déguisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déguiserai
ενεστώτα μετοχή
déguisant
παθητική μετοχή
déguisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déguisions
Παραδείγματα
Il s' est déguisé en femme pour faire une blague.
Μεταμφιέστηκε σε γυναίκα για να κάνει ένα αστείο.
02

μεταμφιέζω, καμουφλάρω

modifier l'apparence de quelqu'un ou quelque chose en cachant sa vraie nature
déguiser definition and meaning
Παραδείγματα
Elle a déguisé l' emballage pour faire une surprise.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store