Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déguiser
01
μεταμφιέζομαι, καμουφλάρωμαι
modifier son apparence en portant des vêtements ou accessoires inhabituels
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
déguise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déguisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déguiserai
ενεστώτα μετοχή
déguisant
παθητική μετοχή
déguisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déguisions
Παραδείγματα
Il s' est déguisé en femme pour faire une blague.
Μεταμφιέστηκε σε γυναίκα για να κάνει ένα αστείο.
02
μεταμφιέζω, καμουφλάρω
modifier l'apparence de quelqu'un ou quelque chose en cachant sa vraie nature
Παραδείγματα
Elle a déguisé l' emballage pour faire une surprise.



























