Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
décontenancer
01
σαστίζω, αναστατώνω
troubler ou surprendre quelqu'un au point de le rendre hésitant ou inquiet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
décontenance
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
décontenançons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
décontenancerai
ενεστώτα μετοχή
décontenançant
παθητική μετοχή
décontenancé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
décontenancions
Παραδείγματα
Le discours surprenant du directeur a décontenancé les employés.
Η εκπληκτική ομιλία του διευθυντή σύγχυσε τους υπαλλήλους.
02
αποθαρρύνω, απογοητεύω
rendre quelqu'un découragé ou déçu
Παραδείγματα
Les mauvaises nouvelles ont décontenancé les habitants du village.
Τα κακά νέα σύγχυσαν τους κατοίκους του χωριού.
03
συγχύζω, αναστατώνω
se sentir troublé, inquiet ou déstabilisé
Παραδείγματα
Ils se sont décontenancés face aux nouvelles imprévues.
Αποσυντονίστηκαν μπροστά στα απρόσμενα νέα.



























