le décor
Pronunciation
/dekɔʀ/

Ορισμός και σημασία του "décor"στα γαλλικά

Le décor
[gender: masculine]
01

σκηνικό, διακόσμηση

ensemble des éléments qui composent l'environnement visuel d'une scène, d'une pièce ou d'un lieu
le décor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
décors
Παραδείγματα
Le décor du théâtre impressionne toujours le public.
Η σκηνογραφία εντυπωσιάζει πάντα το κοινό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store