le cor
de
de
cor
kɔʁ
kawr

Ορισμός και σημασία του "décor"στα γαλλικά

01

σκηνικό, διακόσμηση

ensemble des éléments qui composent l'environnement visuel d'une scène, d'une pièce ou d'un lieu 
le décor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
décors
Παραδείγματα
Le décor de la pièce est très réaliste. 

Η σκηνογραφία του έργου είναι πολύ ρεαλιστική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store