décorer
décorer
dekɔʁe
dekawre
dévorerdécolorerdécoderdédorer

Ορισμός και σημασία του "décorer"στα γαλλικά

décorer
01

διακοσμώ, στολίζω

orner un lieu, un objet ou un espace pour le rendre plus joli ou attractif 
décorer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
décore
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
décorons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
décorerai
ενεστώτα μετοχή
décorant
παθητική μετοχή
décoré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
décorions
Παραδείγματα
Elle aime décorer sa maison pour Noël. 

Της αρέσει να διακοσμεί το σπίτι της για τα Χριστούγεννα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store