Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
décorer
01
διακοσμώ, στολίζω
orner un lieu, un objet ou un espace pour le rendre plus joli ou attractif
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
décore
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
décorons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
décorerai
ενεστώτα μετοχή
décorant
παθητική μετοχή
décoré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
décorions
Παραδείγματα
Elle veut décorer son jardin avec des fleurs et des lanternes.
Θέλει να διακοσμήσει τον κήπο της με λουλούδια και φανάρια.



























