Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
décontenancer
01
σαστίζω, αναστατώνω
troubler ou surprendre quelqu'un au point de le rendre hésitant ou inquiet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
décontenance
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
décontenançons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
décontenancerai
ενεστώτα μετοχή
décontenançant
παθητική μετοχή
décontenancé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
décontenancions
Παραδείγματα
La question inattendue du professeur l'a complètement décontenancé.
Η απρόσμενη ερώτηση του δασκάλου τον σύγχυσε εντελώς.
02
αποθαρρύνω, απογοητεύω
rendre quelqu'un découragé ou déçu
Παραδείγματα
La remarque négative l'a complètement décontenancé.
Η αρνητική παρατήρηση τον σύγχυσε εντελώς.
03
συγχύζω, αναστατώνω
se sentir troublé, inquiet ou déstabilisé
Παραδείγματα
Il se décontenance facilement lorsqu'on lui pose des questions difficiles.
Αναστατώνεται εύκολα όταν του κάνουν δύσκολες ερωτήσεις.



























