Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déconcentrer
01
αποσπώ την προσοχή, χάνω τη συγκέντρωση
faire perdre à quelqu'un sa concentration ou son attention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déconcentre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déconcentrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déconcentrerai
ενεστώτα μετοχή
déconcentrant
παθητική μετοχή
déconcentré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déconcentrions
Παραδείγματα
Il essaie de déconcentrer ses adversaires pendant le match.
Προσπαθεί να αποσπάσει την προσοχή των αντιπάλων του κατά τη διάρκεια του αγώνα.
02
διασκορπίζω, αποσπώ την προσοχή
disperser ou faire perdre la concentration d'un groupe ou d'une activité
Παραδείγματα
Les soldats ont été déconcentrés pour éviter une attaque surprise.
Οι στρατιώτες διασκορπίστηκαν για να αποφύγουν μια αιφνιδιαστική επίθεση.



























