déconcentrer
déconcentrer
dekɔ̃sɑ̃tʁe
dekawsaatre

Ορισμός και σημασία του "déconcentrer"στα γαλλικά

déconcentrer
01

αποσπώ την προσοχή, χάνω τη συγκέντρωση

faire perdre à quelqu'un sa concentration ou son attention 
déconcentrer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déconcentre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déconcentrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déconcentrerai
ενεστώτα μετοχή
déconcentrant
παθητική μετοχή
déconcentré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déconcentrions
Παραδείγματα
Le bruit dans la salle m'a complètement déconcentré. 

Ο θόρυβος στην αίθουσα με αποσυνέντρωσε εντελώς.

02

διασκορπίζω, αποσπώ την προσοχή

disperser ou faire perdre la concentration d'un groupe ou d'une activité 
déconcentrer definition and meaning
Παραδείγματα
La police a dû déconcentrer la foule pour éviter des incidents. 

Η αστυνομία έπρεπε να διαλύσει το πλήθος για να αποφύγει επεισόδια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store