Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déconcentrer
01
αποσπώ την προσοχή, χάνω τη συγκέντρωση
faire perdre à quelqu'un sa concentration ou son attention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déconcentre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déconcentrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déconcentrerai
ενεστώτα μετοχή
déconcentrant
παθητική μετοχή
déconcentré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déconcentrions
Παραδείγματα
Le bruit dans la salle m'a complètement déconcentré.
Ο θόρυβος στην αίθουσα με αποσυνέντρωσε εντελώς.
02
διασκορπίζω, αποσπώ την προσοχή
disperser ou faire perdre la concentration d'un groupe ou d'une activité
Παραδείγματα
La police a dû déconcentrer la foule pour éviter des incidents.
Η αστυνομία έπρεπε να διαλύσει το πλήθος για να αποφύγει επεισόδια.



























