Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La coulisse
01
κουλίσες, πλευρικό μέρος της σκηνής
partie latérale d'une scène de théâtre, hors de la vue du public
Παραδείγματα
Les acteurs attendent dans la coulisse avant d'entrer en scène.
Οι ηθοποιοί περιμένουν πίσω από τις σκηνές πριν μπουν στη σκηνή.
02
πίσω από τις κουρτίνες, κρυφά
dans les affaires cachées, en secret
Παραδείγματα
Les négociations ont lieu en coulisse.
Οι διαπραγματεύσεις γίνονται πίσω από τις κουρτίνες.
03
ολισθαίνων μηχανισμός, οδηγός
dispositif permettant de déplacer quelque chose latéralement (par exemple rideau, porte)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
coulisses
Παραδείγματα
Le rideau se déplace grâce à une coulisse.
Η κουρτίνα κινείται χάρη σε ένα μηχανισμό ολίσθησης.
Λεξικό Δέντρο
coulisse
cou
lisse



























