Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sellar
01
σφραγίζω, ψήνω γρήγορα σε υψηλή θερμοκρασία
cocinar la superficie de la carne a fuego muy alto rápidamente para crear una costra dorada que sella los jugos en el interior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sello
γ΄ ενικό πρόσωπο
sella
ενεστώτα μετοχή
sellando
απλός αόριστος
selló
παθητική μετοχή
sellado
Παραδείγματα
Para sellar bien, la sartén debe estar humeante.
Για να σφραγίσει καλά, το τηγάνι πρέπει να είναι καπνιστό.



























